Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Decorator

/dɛkəretər/

noun

1. A person who specializes in designing architectural interiors and their furnishings

    synonym:
  • interior designer
  • ,
  • designer
  • ,
  • interior decorator
  • ,
  • house decorator
  • ,
  • room decorator
  • ,
  • decorator

1. Ένα άτομο που ειδικεύεται στο σχεδιασμό αρχιτεκτονικών εσωτερικών χώρων και την επίπλωσή τους

συνώνυμο:
  • εσωτερικός σχεδιαστής,
  • σχεδιαστής,
  • εσωτερικός διακοσμητής,
  • διακοσμητής σπιτιού,
  • διακοσμητής δωματίου,
  • διακοσμητήσ

2. Someone who decorates

    synonym:
  • decorator
  • ,
  • ornamentalist

2. Κάποιος που διακοσμεί

συνώνυμο:
  • διακοσμητήσ,
  • διακοσμητικόσ