Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Dealership

/dilərʃɪp/

noun

1. A business established or operated under an authorization to sell or distribute a company's goods or services in a particular area

    synonym:
  • franchise
  • ,
  • dealership

1. Μια επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη ή λειτουργεί με άδεια πώλησης ή διανομής αγαθών ή υπηρεσιών μιας εταιρείας σε συγκεκριμένο χώρο

συνώνυμο:
  • προνόμιο,
  • αντιπροσωπεία