Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Dandelion

/dændəlaɪən/

noun

1. Any of several herbs of the genus taraxacum having long tap roots and deeply notched leaves and bright yellow flowers followed by fluffy seed balls

    synonym:
  • dandelion
  • ,
  • blowball

1. Οποιοδήποτε από τα πολλά βότανα του γένους έχει μακριές ρίζες βρύσης και βαθιά ριζωμένα φύλλα και λαμπερά κίτρινα άνθη ακολουθούμενα

συνώνυμο:
  • πικραλίδα,
  • πίπα