Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "dampness" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "αδυναμία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Dampness

[Αναβρασμόσ]
/dæmpnɪs/

noun

1. A slight wetness

    synonym:
  • damp
  • ,
  • dampness
  • ,
  • moistness

1. Μια μικρή υγρασία

συνώνυμο:
  • υγρός,
  • υγρασία,
  • υγρασία