Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "dam" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "ζημί" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Dam

[Φράγμα]
/dæm/

noun

1. A barrier constructed to contain the flow of water or to keep out the sea

    synonym:
  • dam
  • ,
  • dike
  • ,
  • dyke

1. Ένα φράγμα που κατασκευάστηκε για να περιέχει τη ροή του νερού ή για να κρατήσει έξω τη θάλασσα

συνώνυμο:
  • φράγμα,
  • ντίκε,
  • ανάχωμα

2. A metric unit of length equal to ten meters

    synonym:
  • decameter
  • ,
  • dekameter
  • ,
  • decametre
  • ,
  • dekametre
  • ,
  • dam
  • ,
  • dkm

2. Μια μετρική μονάδα μήκους ίση με δέκα μέτρα

συνώνυμο:
  • δεκάμετρο,
  • δεκάμετρο,
  • δεκάμετρο,
  • δεκάμετρο,
  • φράγμα,
  • ντχλμ

3. Female parent of an animal especially domestic livestock

    synonym:
  • dam

3. Θηλυκό γονέα ζώου, ιδιαίτερα κτηνοτροφικά

συνώνυμο:
  • φράγμα

verb

1. Obstruct with, or as if with, a dam

  • "Dam the gorges of the yangtse river"
    synonym:
  • dam
  • ,
  • dam up

1. Εμποδίζει με, ή σαν με, ένα φράγμα

  • "Βλάψτε τα φαράγγια του ποταμού γιανγκτσέ"
συνώνυμο:
  • φράγμα,
  • φράγμα

Examples of using

The river rose above the level of the dam.
Ο ποταμός ανέβηκε πάνω από το επίπεδο του φράγματος.
Is there much water in the dam?
Υπάρχει πολύ νερό στο φράγμα?