Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Customarily

/kəstəmɛrəli/

adverb

1. By custom

  • According to common practice
  • "Children are custosby-the-waymarily expected to be seen but not heard"
    synonym:
  • customarily

1. Από έθιμο

  • Σύμφωνα με την κοινή πρακτική
  • "Τα παιδιά αναμένεται να δουν αλλά να μην ακουστούν"
συνώνυμο:
  • συνήθωσ

Examples of using

When parents get old in Japan, they are customarily looked after by their children.
Όταν οι γονείς γερνούν στην Ιαπωνία, συνήθως φροντίζονται από τα παιδιά τους.