Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Cunnilingus

/kənəlɪŋgəs/

noun

1. Oral stimulation of the vulva or clitoris

    synonym:
  • cunnilingus
  • ,
  • cunnilinctus

1. Προφορική διέγερση του αιδοίου ή της κλειτορίδας

συνώνυμο:
  • κουνιλίνγκου,
  • κουνιλίβου