Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Cuneiform

/kjuniəfɔrm/

noun

1. An ancient wedge-shaped script used in mesopotamia and persia

    synonym:
  • cuneiform

1. Μια αρχαία σφηνοειδής γραφή που χρησιμοποιείται στη μεσοποταμία και την περσία

συνώνυμο:
  • σφηνοειδήσ

adjective

1. Shaped like a wedge

    synonym:
  • wedge-shaped
  • ,
  • cuneal
  • ,
  • cuneiform

1. Διαμορφωμένο σαν σφήνα

συνώνυμο:
  • σφήνα,
  • σφαιρίδιο,
  • σφηνοειδήσ

2. Of or relating to the tarsal bones (or other wedge-shaped bones)

    synonym:
  • cuneiform

2. Από ή σχετίζονται με τα ταρσικά οστά (ή άλλα οστά σε σχήμα σφήνας)

συνώνυμο:
  • σφηνοειδήσ