Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Crosswise

/krɔswaɪz/

adjective

1. Lying or extending across the length of a thing or in a cross direction

  • "A crosswise street"
  • "The crosswise dimension"
    synonym:
  • crosswise

1. Βρίσκεται ή επεκτείνεται σε όλο το μήκος ενός πράγματος ή σε μια διαγώνια κατεύθυνση

  • "Ένας σταυροειδής δρόμος"
  • "Η σταυροειδής διάσταση"
συνώνυμο:
  • σταυρωτά

2. In the shape of (a horizontal piece on) a cross

    synonym:
  • crosswise

2. Σε σχήμα ( οριζόντιο κομμάτι σε) ένα σταυρό

συνώνυμο:
  • σταυρωτά

adverb

1. Not in the intended manner

  • "Things are going crosswise"
    synonym:
  • crosswise

1. Όχι με τον επιδιωκόμενο τρόπο

  • "Τα πράγματα πάνε σταυρωτά"
συνώνυμο:
  • σταυρωτά

2. Transversely

  • "The marble slabs were cut across"
    synonym:
  • across
  • ,
  • crosswise
  • ,
  • crossways

2. Εγκάρσια

  • "Οι μαρμάρινες πλάκες κόπηκαν"
συνώνυμο:
  • απέναντι,
  • σταυρωτά,
  • διασταυρώσεισ