Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Creepy

/kripi/

adjective

1. Annoying and unpleasant

  • "Some creepy kids were bothering her"
    synonym:
  • creepy

1. Ενοχλητικό και δυσάρεστο

  • "Μερικά ανατριχιαστικά παιδιά την ενοχλούσαν"
συνώνυμο:
  • ανατριχιαστικός

2. Causing a sensation as of things crawling on your skin

  • "A creepy story"
  • "I had a creepy-crawly feeling"
    synonym:
  • creepy
  • ,
  • creepy-crawly

2. Προκαλώντας μια αίσθηση όπως τα πράγματα που σέρνουν στο δέρμα σας

  • "Μια ανατριχιαστική ιστορία"
  • "Είχα ένα ανατριχιαστικό συναίσθημα"
συνώνυμο:
  • ανατριχιαστικός,
  • ανατριχιαστικά

Examples of using

The robot was so lifelike that it was creepy.
Το ρομπότ ήταν τόσο ζωντανό που ήταν ανατριχιαστικό.