Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Craftsmanship

/kræftsmənʃɪp/

noun

1. Skill in an occupation or trade

    synonym:
  • craft
  • ,
  • craftsmanship
  • ,
  • workmanship

1. Δεξιότητα σε επάγγελμα ή εμπόριο

συνώνυμο:
  • σκάφος,
  • χειροτεχνία,
  • εργασία