Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Covertly

/koʊvərtli/

adverb

1. In a covert manner

  • "He did it covertly"
    synonym:
  • covertly

1. Με έναν συγκεκαλυμμένο τρόπο

  • "Το έκανε κρυφά"
συνώνυμο:
  • κρυφά