Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "countless" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "αμέτρητος" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Countless

[Αμέτρητος]
/kaʊntləs/

adjective

1. Too numerous to be counted

  • "Incalculable riches"
  • "Countless hours"
  • "An infinite number of reasons"
  • "Innumerable difficulties"
  • "The multitudinous seas"
  • "Myriad stars"
  • "Untold thousands"
    synonym:
  • countless
  • ,
  • infinite
  • ,
  • innumerable
  • ,
  • innumerous
  • ,
  • multitudinous
  • ,
  • myriad
  • ,
  • numberless
  • ,
  • uncounted
  • ,
  • unnumberable
  • ,
  • unnumbered
  • ,
  • unnumerable

1. Πολλά για να μετρηθούν

  • "Ανυπολόγιστα πλούτη"
  • "Αμέτρητες ώρες"
  • "Άπειρος αριθμός λόγων"
  • "Αναρίθμητες δυσκολίες"
  • "Οι πολυποίκιλες θάλασσες"
  • "Μυριάδες αστέρια"
  • "Πολλές χιλιάδες"
συνώνυμο:
  • αμέτρητοσ,
  • άπειρος,
  • αναρίθμητοσ,
  • ανώνυμος,
  • πολυποίκιλοσ,
  • μυριάδα,
  • αριθμός,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ

Examples of using

He spent countless hours preparing for the test.
Πέρασε αμέτρητες ώρες προετοιμασίας για το τεστ.
She helped me out countless times.
Με βοήθησε αμέτρητες φορές.
God's inhumanity to man makes countless thousands mourn.
Η απανθρωπιά του Θεού στον άνθρωπο κάνει αμέτρητες χιλιάδες να θρηνούν.