Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Counting

/kaʊntɪŋ/

noun

1. The act of counting

  • Reciting numbers in ascending order
  • "The counting continued for several hours"
    synonym:
  • count
  • ,
  • counting
  • ,
  • numeration
  • ,
  • enumeration
  • ,
  • reckoning
  • ,
  • tally

1. Η πράξη της μέτρησης

  • Απαγγελία αριθμών με αύξουσα σειρά
  • "Η καταμέτρηση συνεχίστηκε για αρκετές ώρες"
συνώνυμο:
  • αριθμεί,
  • μέτρηση,
  • αρίθμηση,
  • απαρίθμηση,
  • υπολογίζοντασ,
  • τακτοποιημένα

Examples of using

I'll be counting on you.
Θα υπολογίζω σε σένα.
There are fifteen people here, counting the guests.
Υπάρχουν δεκαπέντε άτομα εδώ, μετρώντας τους επισκέπτες.
Start counting.
Ξεκινήστε να μετράτε.