Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Corrected

/kərɛktəd/

adjective

1. Having something undesirable neutralized

  • "With glasses her corrected vision was 20:20"
    synonym:
  • corrected

1. Έχοντας κάτι ανεπιθύμητο εξουδετερωθεί

  • "Με γυαλιά η διορθωμένη όρασή της ήταν 20:20"
συνώνυμο:
  • διορθωμένο

Examples of using

If small mistakes are not corrected at once, they may lead to serious problems.
Εάν τα μικρά λάθη δεν διορθωθούν ταυτόχρονα, μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρά προβλήματα.
This sentence needs to be corrected.
Αυτή η πρόταση πρέπει να διορθωθεί.
I corrected it.
Το διόρθωσα.