Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Copra

/koʊprə/

noun

1. The dried meat of the coconut from which oil is extracted

    synonym:
  • copra

1. Το ξηρό κρέας της καρύδας από το οποίο εξάγεται το λάδι

συνώνυμο:
  • κόπρα