Lingvanex Tranalator

Translator for

translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα





1. Make (someone) agree, understand, or realize the truth or validity of something

  • "He had finally convinced several customers of the advantages of his product"
  • convert
  • ,
  • win over
  • ,
  • convince

1. Κάντε το (-κάποιος) να συμφωνήσει, να καταλάβει ή να συνειδητοποιήσει την αλήθεια ή την εγκυρότητα κάποιου πράγματος

  • "Είχε πείσει τελικά πολλούς πελάτες για τα πλεονεκτήματα του προϊόντος του"
  • μετατρέπω,
  • κερδίζω,
  • πείθω

Examples of using

I tried to convince Tom otherwise.
Προσπάθησα να πείσω τον Τομ διαφορετικά.
Tom tried to convince Mary that it was time to leave.
Ο Τομ προσπάθησε να πείσει τη Μαίρη ότι ήρθε η ώρα να φύγει.
We couldn't convince him.
Δεν μπορούσαμε να τον πείσουμε.