Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "contusion" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "σύνθεση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Contusion

[Κόλληση]
/kəntuʒən/

noun

1. An injury that doesn't break the skin but results in some discoloration

    synonym:
  • bruise
  • ,
  • contusion

1. Ένας τραυματισμός που δεν σπάει το δέρμα, αλλά οδηγεί σε κάποιο αποχρωματισμό

συνώνυμο:
  • μώλωπεσ,
  • παραπλάνηση

2. The action of bruising

  • "The bruise resulted from a contusion"
    synonym:
  • contusion

2. Η δράση του μώλωπα

  • "Ο μώλωπας προέκυψε από μια αντιπαράθεση"
συνώνυμο:
  • παραπλάνηση