Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Constructor

/kənstrəktər/

noun

1. Someone who contracts for and supervises construction (as of a building)

    synonym:
  • builder
  • ,
  • constructor

1. Κάποιος που συστέλλεται και επιβλέπει την κατασκευή (ας ενός κτιρίου)

συνώνυμο:
  • κατασκευαστής,
  • κατασκευαστής