Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Constrict

/kənstrɪkt/

verb

1. Squeeze or press together

  • "She compressed her lips"
  • "The spasm contracted the muscle"
    synonym:
  • compress
  • ,
  • constrict
  • ,
  • squeeze
  • ,
  • compact
  • ,
  • contract
  • ,
  • press

1. Πιέστε ή πιέστε μαζί

  • "Συμπίεσε τα χείλη της"
  • "Ο σπασμός προσβλήθηκε από το μυ"
συνώνυμο:
  • συμπιέζω,
  • συσφίγγω,
  • συμπιέζω,
  • συμπαγής,
  • σύμβαση,
  • πατήστε

2. Become tight or as if tight

  • "Her throat constricted"
    synonym:
  • constrict
  • ,
  • constringe
  • ,
  • narrow

2. Γίνετε σφιχτά ή σαν σφιχτά

  • "Ο λαιμός της σφίγγεται"
συνώνυμο:
  • συσφίγγω,
  • περιορίζω,
  • στενόσ