Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Constituent

/kənstɪʧuənt/

noun

1. An artifact that is one of the individual parts of which a composite entity is made up

  • Especially a part that can be separated from or attached to a system
  • "Spare components for cars"
  • "A component or constituent element of a system"
    synonym:
  • component
  • ,
  • constituent
  • ,
  • element

1. Ένα τεχνούργημα που είναι ένα από τα μεμονωμένα μέρη του οποίου αποτελείται μια σύνθετη οντότητα

  • Ειδικά ένα μέρος που μπορεί να διαχωριστεί ή να συνδεθεί με ένα σύστημα
  • "Ανταλλακτικά για αυτοκίνητα"
  • "Συστατικό ή συστατικό στοιχείο ενός συστήματος"
συνώνυμο:
  • συστατικό,
  • συστατικό,
  • στοιχείο

2. A member of a constituency

  • A citizen who is represented in a government by officials for whom he or she votes
  • "Needs continued support by constituents to be re-elected"
    synonym:
  • constituent

2. Μέλος εκλογικής περιφέρειας

  • Ένας πολίτης που εκπροσωπείται σε μια κυβέρνηση από αξιωματούχους για τους οποίους ψηφίζει
  • "Οι ανάγκες συνέχισαν να υποστηρίζονται από τους ψηφοφόρους για να επανεκλεγούν"
συνώνυμο:
  • συστατικό

3. Something determined in relation to something that includes it

  • "He wanted to feel a part of something bigger than himself"
  • "I read a portion of the manuscript"
  • "The smaller component is hard to reach"
  • "The animal constituent of plankton"
    synonym:
  • part
  • ,
  • portion
  • ,
  • component part
  • ,
  • component
  • ,
  • constituent

3. Κάτι αποφασισμένο σε σχέση με κάτι που το περιλαμβάνει

  • "Θέλησε να νιώσει ένα μέρος από κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του"
  • "Διάβασα ένα τμήμα του χειρογράφου"
  • "Το μικρότερο συστατικό είναι δύσκολο να επιτευχθεί"
  • "Το ζωικό συστατικό του πλαγκτόν"
συνώνυμο:
  • μέρος,
  • μερίδα,
  • συστατικό μέρος,
  • συστατικό,
  • συστατικό

4. (grammar) a word or phrase or clause forming part of a larger grammatical construction

    synonym:
  • constituent
  • ,
  • grammatical constituent

4. (γραμματ) μια λέξη ή φράση ή ρήτρα που αποτελούν μέρος μιας μεγαλύτερης γραμματικής κατασκευής

συνώνυμο:
  • συστατικό,
  • γραμματικό συστατικό

5. An abstract part of something

  • "Jealousy was a component of his character"
  • "Two constituents of a musical composition are melody and harmony"
  • "The grammatical elements of a sentence"
  • "A key factor in her success"
  • "Humor: an effective ingredient of a speech"
    synonym:
  • component
  • ,
  • constituent
  • ,
  • element
  • ,
  • factor
  • ,
  • ingredient

5. Ένα αφηρημένο μέρος του κάτι

  • "Η ζήλια ήταν συστατικό του χαρακτήρα του"
  • "Δύο συστατικά μιας μουσικής σύνθεσης είναι η μελωδία και η αρμονία"
  • "Τα γραμματικά στοιχεία μιας πρότασης"
  • "Βασικός παράγοντας για την επιτυχία της"
  • "Χιούμορ: ένα αποτελεσματικό συστατικό μιας ομιλίας"
συνώνυμο:
  • συστατικό,
  • συστατικό,
  • στοιχείο,
  • παράγοντας,
  • συστατικό

adjective

1. Constitutional in the structure of something (especially your physical makeup)

    synonym:
  • constituent(a)
  • ,
  • constitutional
  • ,
  • constitutive(a)
  • ,
  • organic

1. Συνταγματική στη δομή κάτι (ειδικά το φυσικό σας μακιγιάζ)

συνώνυμο:
  • συστατικό(,
  • συνταγματικόσ,
  • συστατικό(Α),
  • οργανικός