Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Constantly

/kɑnstəntli/

adverb

1. Without variation or change, in every case

  • "Constantly kind and gracious"
  • "He always arrives on time"
    synonym:
  • constantly
  • ,
  • invariably
  • ,
  • always

1. Χωρίς παραλλαγές ή αλλαγές, σε κάθε περίπτωση

  • "Συνεχώς ευγενικός και ευγενικός"
  • "Φτάνει πάντα στην ώρα του"
συνώνυμο:
  • συνεχώς,
  • πάντα,
  • πάντα

2. Without interruption

  • "The world is constantly changing"
    synonym:
  • constantly
  • ,
  • always
  • ,
  • forever
  • ,
  • perpetually
  • ,
  • incessantly

2. Χωρίς διακοπή

  • "Ο κόσμος αλλάζει συνεχώς"
συνώνυμο:
  • συνεχώς,
  • πάντα,
  • για πάντα,
  • διαρκώς,
  • αδιάκοπα

Examples of using

Tom and Mary fight constantly.
Ο Τομ και η Μαίρη πολεμούν συνεχώς.
They fight constantly.
Αγωνίζονται συνεχώς.
I lied constantly to my wife.
Λέω ψέματα συνεχώς στη γυναίκα μου.