Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Consoling

/kənsoʊlɪŋ/

adjective

1. Affording comfort or solace

    synonym:
  • comforting
  • ,
  • consolatory
  • ,
  • consoling

1. Παρέχοντας άνεση ή παρηγοριά

συνώνυμο:
  • παρηγορητικόσ,
  • παρηγορητικόσ,
  • παρηγοριά

Examples of using

Tom is consoling Mary.
Ο Τομ παρηγορεί τη Μαίρη.