Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Conscientiously

/kɑnʧiɛnʧəsli/

adverb

1. With extreme conscientiousness

  • "He came religiously every morning at 8 o'clock"
    synonym:
  • scrupulously
  • ,
  • conscientiously
  • ,
  • religiously

1. Με ακραία ευσυνειδησία

  • "Ερχόταν θρησκευτικά κάθε πρωί στις 8 το βράδυ"
συνώνυμο:
  • σχολαστικά,
  • συνειδητά,
  • θρησκευτικά