Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "conjugated" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "συζευγμένη" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Conjugated

[Συζευγμένο]
/kɑnʤəgetɪd/

adjective

1. Formed by the union of two compounds

  • "A conjugated protein"
    synonym:
  • conjugate
  • ,
  • conjugated

1. Σχηματίζεται από την ένωση δύο ενώσεων

  • "Μια συζευγμένη πρωτεΐνη"
συνώνυμο:
  • συζευγνύω,
  • συζευγμένο

2. Joined together especially in a pair or pairs

    synonym:
  • conjugate
  • ,
  • conjugated
  • ,
  • coupled

2. Ενώνονται μαζί ειδικά σε ένα ζευγάρι ή ζευγάρια

συνώνυμο:
  • συζευγνύω,
  • συζευγμένο,
  • συζευγμένος

3. Of an organic compound

  • Containing two or more double bonds each separated from the other by a single bond
    synonym:
  • conjugate
  • ,
  • conjugated

3. Από μια οργανική ένωση

  • Περιέχει δύο ή περισσότερους διπλούς δεσμούς που ο καθένας διαχωρίζεται από τον άλλο με έναν μόνο δεσμό
συνώνυμο:
  • συζευγνύω,
  • συζευγμένο