Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Conical

/kɑnɪkəl/

adjective

1. Relating to or resembling a cone

  • "Conical mountains"
  • "Conelike fruit"
    synonym:
  • conic
  • ,
  • conical
  • ,
  • conelike
  • ,
  • cone-shaped

1. Σχετικά με ή που μοιάζουν με κώνο

  • "Κωνικά βουνά"
  • "Συμπαθητικά φρούτα"
συνώνυμο:
  • κωνικός,
  • κωνικός,
  • κονελίκε,
  • κωνικό σχήμα

Examples of using

I'm afraid you'll need more than a conical hat to be a real wizard.
Φοβάμαι ότι θα χρειαστείτε περισσότερα από ένα κωνικό καπέλο για να είναι ένας πραγματικός μάγος.