Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Confrontation

/kɑnfrənteʃən/

noun

1. A bold challenge

    synonym:
  • confrontation

1. Μια τολμηρή πρόκληση

συνώνυμο:
  • αντιπαράθεση

2. Discord resulting from a clash of ideas or opinions

    synonym:
  • confrontation

2. Διαφωνία που προκύπτει από σύγκρουση ιδεών ή απόψεων

συνώνυμο:
  • αντιπαράθεση

3. A hostile disagreement face-to-face

    synonym:
  • confrontation
  • ,
  • encounter
  • ,
  • showdown
  • ,
  • face-off

3. Μια εχθρική διαφωνία πρόσωπο με πρόσωπο

συνώνυμο:
  • αντιπαράθεση,
  • συνάντηση,
  • αναμέτρηση,
  • απέναντι

4. The act of hostile groups opposing each other

  • "The government was not ready for a confrontation with the unions"
  • "The invaders encountered stiff opposition"
    synonym:
  • confrontation
  • ,
  • opposition

4. Η πράξη των εχθρικών ομάδων που αντιτίθενται μεταξύ τους

  • "Η κυβέρνηση δεν ήταν έτοιμη για αντιπαράθεση με τα συνδικάτα"
  • "Οι εισβολείς αντιμετώπισαν σκληρή αντιπολίτευση"
συνώνυμο:
  • αντιπαράθεση,
  • αντιπολίτευση

5. A focussed comparison

  • Bringing together for a careful comparison
    synonym:
  • confrontation

5. Μια εστιασμένη σύγκριση

  • Συγκεντρώνοντας για μια προσεκτική σύγκριση
συνώνυμο:
  • αντιπαράθεση