Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Conducive

/kəndusɪv/

adjective

1. Tending to bring about

  • Being partly responsible for
  • "Working conditions are not conducive to productivity"
  • "The seaport was a contributing factor in the growth of the city"
  • "A contributory factor"
    synonym:
  • conducive
  • ,
  • contributing(a)
  • ,
  • contributive
  • ,
  • contributory
  • ,
  • tributary

1. Τείνουν να επιφέρουν

  • Εν μέρει υπεύθυνος για
  • "Οι συνθήκες εργασίας δεν ευνοούν την παραγωγικότητα"
  • "Το λιμάνι ήταν ένας παράγοντας που συνέβαλε στην ανάπτυξη της πόλης"
  • "Συντελεστικός παράγοντας"
συνώνυμο:
  • ευνοϊκό,
  • συμβολή(α),
  • συνεισφέρων,
  • συνεισφέρων,
  • παραπόταμοσ

Examples of using

Good health is conducive to happiness.
Η καλή υγεία είναι ευνοϊκή για την ευτυχία.