Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "concurrence" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "συναίνεση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Concurrence

[Συμφωνία]
/kənkərəns/

noun

1. Agreement of results or opinions

    synonym:
  • concurrence
  • ,
  • concurrency

1. Συμφωνία αποτελεσμάτων ή γνωμοδοτήσεων

συνώνυμο:
  • συμφωνία,
  • συμφωνία

2. Acting together, as agents or circumstances or events

    synonym:
  • concurrence
  • ,
  • concurrency

2. Ενεργώντας μαζί, ως πράκτορες ή περιστάσεις ή γεγονότα

συνώνυμο:
  • συμφωνία,
  • συμφωνία

3. A state of cooperation

    synonym:
  • concurrence
  • ,
  • meeting of minds

3. Μια κατάσταση συνεργασίας

συνώνυμο:
  • συμφωνία,
  • συνάντηση μυαλών

4. The temporal property of two things happening at the same time

  • "The interval determining the coincidence gate is adjustable"
    synonym:
  • concurrence
  • ,
  • coincidence
  • ,
  • conjunction
  • ,
  • co-occurrence

4. Η χρονική ιδιότητα δύο πραγμάτων που συμβαίνουν ταυτόχρονα

  • "Το διάστημα που καθορίζει την πύλη σύμπτωσης είναι διευθετήσιμο"
συνώνυμο:
  • συμφωνία,
  • σύμπτωση,
  • συνδυασμός,
  • συνύπαρξη