Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Conceited

/kənsitəd/

adjective

1. Characteristic of false pride

  • Having an exaggerated sense of self-importance
  • "A conceited fool"
  • "An attitude of self-conceited arrogance"
  • "An egotistical disregard of others"
  • "So swollen by victory that he was unfit for normal duty"
  • "Growing ever more swollen-headed and arbitrary"
  • "Vain about her clothes"
    synonym:
  • conceited
  • ,
  • egotistic
  • ,
  • egotistical
  • ,
  • self-conceited
  • ,
  • swollen
  • ,
  • swollen-headed
  • ,
  • vain

1. Χαρακτηριστικό της ψεύτικης υπερηφάνειας

  • Έχοντας μια υπερβολική αίσθηση αυτοεκτίμησης
  • "Ένας ανόητος ανόητος"
  • "Μια στάση αυτο-σκεπτόμενης αλαζονείας"
  • "Μια εγωιστική αδιαφορία για τους άλλους"
  • "Τόσο πρησμένος από τη νίκη που ήταν ακατάλληλος για κανονικό καθήκον"
  • "Αυξάνεται όλο και πιο πρησμένη κεφαλή και αυθαίρετη"
  • "Αλλά για τα ρούχα της"
συνώνυμο:
  • επαινεθεί,
  • εγωιστική,
  • εγωιστική,
  • αυτο-σκεπτόμενος,
  • πρησμένος,
  • πρησμένος,
  • μάταιος