Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Compress

/kɑmprɛs/

noun

1. A cloth pad or dressing (with or without medication) applied firmly to some part of the body (to relieve discomfort or reduce fever)

    synonym:
  • compress

1. Ένα υφασμάτινο μαξιλάρι ή ντύσιμο ( με ή χωρίς φαρμακευτική αγωγή) εφαρμόζεται σταθερά σε κάποιο μέρος του σώματος ( για να ανακουφίσει δυσφορία ή

συνώνυμο:
  • συμπιέζω

verb

1. Make more compact by or as if by pressing

  • "Compress the data"
    synonym:
  • compress
  • ,
  • compact
  • ,
  • pack together

1. Κάντε πιο συμπαγές από ή σαν να πιέζετε

  • "Συμπιέστε τα δεδομένα"
συνώνυμο:
  • συμπιέζω,
  • συμπαγής,
  • συνδυάστε μαζί

2. Squeeze or press together

  • "She compressed her lips"
  • "The spasm contracted the muscle"
    synonym:
  • compress
  • ,
  • constrict
  • ,
  • squeeze
  • ,
  • compact
  • ,
  • contract
  • ,
  • press

2. Πιέστε ή πιέστε μαζί

  • "Συμπίεσε τα χείλη της"
  • "Ο σπασμός προσβλήθηκε από το μυ"
συνώνυμο:
  • συμπιέζω,
  • συσφίγγω,
  • συμπιέζω,
  • συμπαγής,
  • σύμβαση,
  • πατήστε