Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Composer

/kəmpoʊzər/

noun

1. Someone who composes music as a profession

    synonym:
  • composer

1. Κάποιος που συνθέτει τη μουσική ως επάγγελμα

συνώνυμο:
  • συνθέτης

Examples of using

The composer Johann Sebastian Bach died in the year 100.
Ο συνθέτης Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ πέθανε το έτος 100.
I think Beethoven is the greatest composer who ever lived.
Νομίζω ότι ο Μπετόβεν είναι ο μεγαλύτερος συνθέτης που έζησε ποτέ.
Who is your favorite composer?
Ποιος είναι ο αγαπημένος σας συνθέτης?