Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Complimentary

/kɑmpləmɛntəri/

adjective

1. Conveying or resembling a compliment

  • "A complimentary remark"
    synonym:
  • complimentary

1. Μεταφορά ή ομοιότητα με ένα κομπλιμέντο

  • "Δωρεάν παρατήρηση"
συνώνυμο:
  • δωρεάν

2. Costing nothing

  • "Complimentary tickets"
  • "Free admission"
    synonym:
  • complimentary
  • ,
  • costless
  • ,
  • free
  • ,
  • gratis(p)
  • ,
  • gratuitous

2. Δεν κοστίζει τίποτα

  • "Δωρεάν εισιτήρια"
  • "Ελεύθερη είσοδος"
συνώνυμο:
  • δωρεάν,
  • ανέξοδα,
  • δωρεάν,
  • δωρατη()<TAG1>,
  • απαράδεκτοσ