Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "commonwealth" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "κοινοπολιτεία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Commonwealth

[Κοινοπολιτεία]
/kɑmənwɛlθ/

noun

1. The official name of some states in the united states (massachusetts and pennsylvania and virginia and kentucky) and associated territories (puerto rico)

    synonym:
  • commonwealth

1. Το επίσημο όνομα ορισμένων κρατών στις ηνωμένες πολιτείες (μασαχουσέτη και πενσυλβάνια και βιρτζίνια και κεντάκι) και συναφή εδάφη (

συνώνυμο:
  • κοινοπολιτεία

2. A politically organized body of people under a single government

  • "The state has elected a new president"
  • "African nations"
  • "Students who had come to the nation's capitol"
  • "The country's largest manufacturer"
  • "An industrialized land"
    synonym:
  • state
  • ,
  • nation
  • ,
  • country
  • ,
  • land
  • ,
  • commonwealth
  • ,
  • res publica
  • ,
  • body politic

2. Ένα πολιτικά οργανωμένο σώμα ανθρώπων κάτω από μια ενιαία κυβέρνηση

  • "Η πολιτεία εξέλεξε νέο πρόεδρο"
  • "Αφρικανικά έθνη"
  • "Μαθητές που είχαν έρθει στο καπιτώλιο του έθνους"
  • "Ο μεγαλύτερος κατασκευαστής της χώρας"
  • "Βιομηχανική γη"
συνώνυμο:
  • κράτος,
  • έθνος,
  • χώρα,
  • γη,
  • κοινοπολιτεία,
  • ρεσπουά,
  • πολιτικό σώμα

3. A world organization of autonomous states that are united in allegiance to a central power but are not subordinate to it or to one another

    synonym:
  • commonwealth

3. Μια παγκόσμια οργάνωση αυτόνομων κρατών που είναι ενωμένα σε πίστη σε μια κεντρική δύναμη, αλλά δεν υπόκεινται σε αυτήν ή σε άλλη

συνώνυμο:
  • κοινοπολιτεία

4. A political system in which the supreme power lies in a body of citizens who can elect people to represent them

    synonym:
  • democracy
  • ,
  • republic
  • ,
  • commonwealth

4. Ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο η υπέρτατη εξουσία βρίσκεται σε ένα σώμα πολιτών που μπορούν να εκλέξουν τους ανθρώπους για να τους

συνώνυμο:
  • δημοκρατία,
  • δημοκρατία,
  • κοινοπολιτεία