Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Commissioner

/kəmɪʃənər/

noun

1. A government administrator

    synonym:
  • commissioner

1. Κυβερνητικός διαχειριστής

συνώνυμο:
  • επίτροπος

2. A member of a commission

    synonym:
  • commissioner

2. Μέλος μιας επιτροπής

συνώνυμο:
  • επίτροπος