Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Colonization

/kɑlənɪzeʃən/

noun

1. The act of colonizing

  • The establishment of colonies
  • "The british colonization of america"
    synonym:
  • colonization
  • ,
  • colonisation
  • ,
  • settlement

1. Η πράξη του αποικισμού

  • Η ίδρυση αποικιών
  • "Ο βρετανικός αποικισμός της αμερικής"
συνώνυμο:
  • αποικισμός,
  • αποικισμός,
  • οικισμός

Examples of using

This planet appears to be eminently suited for colonization.
Αυτός ο πλανήτης φαίνεται να είναι κατάλληλος για αποικισμό.
Bacterial colonization of the intestine occurs after birth.
Ο βακτηριακός αποικισμός του εντέρου εμφανίζεται μετά τη γέννηση.