Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "collection" into Greek language

Μετάφραση που σημαίνει & ορισμός της λέξης "συλλογή" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Collection

[Συλλογή]
/kəlɛkʃən/

noun

1. Several things grouped together or considered as a whole

    synonym:
  • collection
  • ,
  • aggregation
  • ,
  • accumulation
  • ,
  • assemblage

1. Πολλά πράγματα ομαδοποιήθηκαν ή θεωρήθηκαν ως σύνολο

    συνώνυμο:
  • συλλογή
  • ,
  • συγκέντρωση
  • ,
  • συσσώρευση
  • ,
  • συναρμολόγηση

2. A publication containing a variety of works

    synonym:
  • collection
  • ,
  • compendium

2. Μια έκδοση που περιέχει μια ποικιλία έργων

    συνώνυμο:
  • συλλογή
  • ,
  • επιτομή

3. Request for a sum of money

  • "An appeal to raise money for starving children"
    synonym:
  • solicitation
  • ,
  • appeal
  • ,
  • collection
  • ,
  • ingathering

3. Αίτημα για χρηματικό ποσό

  • "Έκκληση για συγκέντρωση χρημάτων για παιδιά που λιμοκτονούν"
    συνώνυμο:
  • πρόσκληση
  • ,
  • προσφυγή
  • ,
  • συλλογή
  • ,
  • εμπλοκή

4. The act of gathering something together

    synonym:
  • collection
  • ,
  • collecting
  • ,
  • assembling
  • ,
  • aggregation

4. Η πράξη του να μαζεύουμε κάτι μαζί

    συνώνυμο:
  • συλλογή
  • ,
  • συναρμολόγηση
  • ,
  • συγκέντρωση

Examples of using

What a collection!
Τι συλλογή!
Tom showed his stamp collection to Mary.
Ο Τομ έδειξε τη συλλογή γραμματοσήμων του στη Μαίρη.
I need this to round out my collection.
Χρειάζομαι αυτό για να ολοκληρώσω τη συλλογή μου.