Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Clumsily

/kləmsəli/

adverb

1. In a clumsy manner

  • "He snatched the bills clumsily"
    synonym:
  • clumsily

1. Με αδέξιο τρόπο

  • "Αρπάζει τους λογαριασμούς αδέξια"
συνώνυμο:
  • αδέξια