Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Clock

/klɑk/

noun

1. A timepiece that shows the time of day

    synonym:
  • clock

1. Ένα ρολόι που δείχνει την ώρα της ημέρας

συνώνυμο:
  • ρολόι

verb

1. Measure the time or duration of an event or action or the person who performs an action in a certain period of time

  • "He clocked the runners"
    synonym:
  • clock
  • ,
  • time

1. Μετρήστε το χρόνο ή τη διάρκεια ενός συμβάντος ή μιας ενέργειας ή το άτομο που εκτελεί μια ενέργεια σε μια ορισμένη χρονική περίοδο

  • "Έβαλε τους δρομείς"
συνώνυμο:
  • ρολόι,
  • χρόνος

Examples of using

The last thing Tom does every night before going to sleep is set his alarm clock.
Το τελευταίο πράγμα που κάνει ο Τομ κάθε βράδυ πριν πάει για ύπνο είναι να θέσει το ξυπνητήρι του.
Tom set his alarm clock for 100:100.
Ο Τομ έβαλε το ξυπνητήρι του για 100:100.
What time is it by your clock?
Τι ώρα είναι το ρολόι σου?