Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "cloak" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "μανταλάκι" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Cloak

[Μανδύασ]
/kloʊk/

noun

1. Anything that covers or conceals

    synonym:
  • cloak

1. Οτιδήποτε καλύπτει ή κρύβει

συνώνυμο:
  • μανδύασ

2. A loose outer garment

    synonym:
  • cloak

2. Ένα χαλαρό εξωτερικό ένδυμα

συνώνυμο:
  • μανδύασ

verb

1. Hide under a false appearance

  • "He masked his disappointment"
    synonym:
  • dissemble
  • ,
  • cloak
  • ,
  • mask

1. Κρύβονται κάτω από μια ψεύτικη εμφάνιση

  • "Καλύπτει την απογοήτευσή του"
συνώνυμο:
  • αποσυναρμολογώ,
  • μανδύασ,
  • μάσκα

2. Cover as if with clothing

  • "The mountain was clothed in tropical trees"
    synonym:
  • clothe
  • ,
  • cloak
  • ,
  • drape
  • ,
  • robe

2. Καλύψτε σαν με ρούχα

  • "Το βουνό ήταν ντυμένο με τροπικά δέντρα"
συνώνυμο:
  • ντύνομαι,
  • μανδύασ,
  • παραπέτα,
  • ρόμπα

3. Cover with or as if with a cloak

  • "Cloaked monks"
    synonym:
  • cloak

3. Καλύψτε με ή σαν με ένα μανδύα

  • "Κλεισμένοι μοναχοί"
συνώνυμο:
  • μανδύασ

Examples of using

Under the cloak of anonymity cowards are acting as big-mouth.
Κάτω από το μανδύα της ανωνυμίας οι δειλοί ενεργούν ως μεγάλο στόμα.