Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "cling" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "προσκολλώντας" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Cling

[Συναγωνίζομαι]
/klɪŋ/

noun

1. Fruit (especially peach) whose flesh adheres strongly to the pit

    synonym:
  • cling
  • ,
  • clingstone

1. Καρπός (ειδικά ροδάκινο) του οποίου η σάρκα προσκολλάται έντονα στο λάκκο

    συνώνυμο:
  • προσκολλώ
  • ,
  • προσκολλητή

verb

1. Come or be in close contact with

  • Stick or hold together and resist separation
  • "The dress clings to her body"
  • "The label stuck to the box"
  • "The sushi rice grains cohere"
    synonym:
  • cling
  • ,
  • cleave
  • ,
  • adhere
  • ,
  • stick
  • ,
  • cohere

1. Ελάτε ή είστε σε στενή επαφή με

  • Κολλήστε ή κρατήστε μαζί και αντισταθείτε στο χωρισμό
  • "Το φόρεμα προσκολλάται στο σώμα της"
  • "Η ετικέτα κολλημένη στο κουτί"
  • "Οι κόκκοι ρυζιού συνυπάρχουν"
    συνώνυμο:
  • προσκολλώ
  • ,
  • κλέβω
  • ,
  • εμμένω
  • ,
  • κολλώ
  • ,
  • συνυπάρχει

2. To remain emotionally or intellectually attached

  • "He clings to the idea that she might still love him."
    synonym:
  • cling

2. Να παραμείνει συναισθηματικά ή διανοητικά προσκολλημένο

  • "Προσκολλάται στην ιδέα ότι θα μπορούσε ακόμα να τον αγαπήσει."
    συνώνυμο:
  • προσκολλώ

3. Hold on tightly or tenaciously

  • "Hang on to your father's hands"
  • "The child clung to his mother's apron"
    synonym:
  • cling
  • ,
  • hang

3. Κρατήστε σφιχτά ή επίμονα

  • "Κρεμάστε στα χέρια του πατέρα σας"
  • "Το παιδί προσκολλήθηκε στην ποδιά της μητέρας του"
    συνώνυμο:
  • προσκολλώ
  • ,
  • κρεμάστε

Examples of using

You can't cling to the past.
Δεν μπορείς να προσκολληθείς στο παρελθόν.
Wet clothes cling to the body.
Τα υγρά ρούχα προσκολλώνται στο σώμα.