Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Client

/klaɪənt/

noun

1. A person who seeks the advice of a lawyer

    synonym:
  • client

1. Πρόσωπο που ζητά τη συμβουλή δικηγόρου

συνώνυμο:
  • πελάτης

2. Someone who pays for goods or services

    synonym:
  • customer
  • ,
  • client

2. Κάποιος που πληρώνει για αγαθά ή υπηρεσίες

συνώνυμο:
  • πελάτης,
  • πελάτης

3. (computer science) any computer that is hooked up to a computer network

    synonym:
  • node
  • ,
  • client
  • ,
  • guest

3. (επιστήμη υπολογιστών) κάθε υπολογιστή που συνδέεται με ένα δίκτυο υπολογιστών

συνώνυμο:
  • κόμβος,
  • πελάτης,
  • επισκέπτης

Examples of using

I'm a client.
Είμαι πελάτης.
Tom spent all day designing a website for a new client.
Ο Τομ πέρασε όλη την ημέρα σχεδιάζοντας μια ιστοσελίδα για έναν νέο πελάτη.
The investor stole the capital of his client.
Ο επενδυτής έκλεψε το κεφάλαιο του πελάτη του.