Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Claustrophobia

/klɔstrəfoʊbiə/

noun

1. A morbid fear of being closed in a confined space

    synonym:
  • claustrophobia

1. Ένας νοσηρός φόβος ότι θα κλείσει σε έναν περιορισμένο χώρο

συνώνυμο:
  • κλειστοφοβία