Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Cite

/saɪt/

noun

1. A short note recognizing a source of information or of a quoted passage

  • "The student's essay failed to list several important citations"
  • "The acknowledgments are usually printed at the front of a book"
  • "The article includes mention of similar clinical cases"
    synonym:
  • citation
  • ,
  • cite
  • ,
  • acknowledgment
  • ,
  • credit
  • ,
  • reference
  • ,
  • mention
  • ,
  • quotation

1. Μια σύντομη σημείωση που αναγνωρίζει μια πηγή πληροφοριών ή ενός αναφερόμενου αποσπάσματος

  • "Το δοκίμιο του μαθητή απέτυχε να απαριθμήσει αρκετές σημαντικές παραπομπές"
  • "Οι αναγνωρίσεις συνήθως εκτυπώνονται στο μπροστινό μέρος ενός βιβλίου"
  • "Το άρθρο περιλαμβάνει αναφορά παρόμοιων κλινικών περιπτώσεων"
συνώνυμο:
  • παραπομπή,
  • ακάρεα,
  • αναγνώριση,
  • πίστωση,
  • αναφορά,
  • αναφέρω,
  • προσφορά

verb

1. Make reference to

  • "His name was mentioned in connection with the invention"
    synonym:
  • mention
  • ,
  • advert
  • ,
  • bring up
  • ,
  • cite
  • ,
  • name
  • ,
  • refer

1. Αναφέρω

  • "Το όνομά του αναφέρθηκε σε σχέση με την εφεύρεση"
συνώνυμο:
  • αναφέρω,
  • διαφήμιση,
  • αναφέρομαι,
  • ακάρεα,
  • όνομα,
  • αναφέρω

2. Commend

  • "He was cited for his outstanding achievements"
    synonym:
  • mention
  • ,
  • cite

2. Επαινώ

  • "Αναφέρθηκε για τα εξαιρετικά επιτεύγματά του"
συνώνυμο:
  • αναφέρω,
  • ακάρεα

3. Refer to

  • "He referenced his colleagues' work"
    synonym:
  • reference
  • ,
  • cite

3. Αναφέρω

  • "Αναφέρθηκε στο έργο των συναδέλφων του"
συνώνυμο:
  • αναφορά,
  • ακάρεα

4. Repeat a passage from

  • "He quoted the bible to her"
    synonym:
  • quote
  • ,
  • cite

4. Επαναλάβετε ένα απόσπασμα από

  • "Της παρέθεσε τη βίβλο"
συνώνυμο:
  • απόσπασμα,
  • ακάρεα

5. Refer to for illustration or proof

  • "He said he could quote several instances of this behavior"
    synonym:
  • quote
  • ,
  • cite

5. Ανατρέξτε στην εικόνα ή την απόδειξη

  • "Είπε ότι θα μπορούσε να παραθέσει αρκετές περιπτώσεις αυτής της συμπεριφοράς"
συνώνυμο:
  • απόσπασμα,
  • ακάρεα

6. Advance evidence for

    synonym:
  • adduce
  • ,
  • abduce
  • ,
  • cite

6. Προκαταρκτικά στοιχεία για

συνώνυμο:
  • προσαρμόζω,
  • αποτρέπω,
  • ακάρεα

7. Call in an official matter, such as to attend court

    synonym:
  • summon
  • ,
  • summons
  • ,
  • cite

7. Καλέστε σε επίσημο θέμα, όπως να παραστεί στο δικαστήριο

συνώνυμο:
  • καλώ,
  • κλήση,
  • ακάρεα