Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Cirrhosis

/səroʊsəs/

noun

1. A chronic disease interfering with the normal functioning of the liver

  • The major cause is chronic alcoholism
    synonym:
  • cirrhosis
  • ,
  • cirrhosis of the liver

1. Μια χρόνια ασθένεια που παρεμβαίνει στην κανονική λειτουργία του ήπατος

  • Η κύρια αιτία είναι ο χρόνιος αλκοολισμός
συνώνυμο:
  • κίρρωση,
  • κίρρωση του ήπατος