Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Circulation

/sərkjəleʃən/

noun

1. The dissemination of copies of periodicals (as newspapers or magazines)

    synonym:
  • circulation

1. Διάδοση αντιγράφων περιοδικών εφημερίδων (ας ή περιοδικών)

συνώνυμο:
  • κυκλοφορία

2. Movement through a circuit

  • Especially the movement of blood through the heart and blood vessels
    synonym:
  • circulation

2. Κίνηση μέσω ενός κυκλώματος

  • Ειδικά η κίνηση του αίματος μέσω της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων
συνώνυμο:
  • κυκλοφορία

3. (library science) the count of books that are loaned by a library over a specified period

    synonym:
  • circulation

3. (-βιβλιοθήκη επιστήμη) η καταμέτρηση των βιβλίων που δανείζονται από μια βιβλιοθήκη για μια συγκεκριμένη περίοδο

συνώνυμο:
  • κυκλοφορία

4. Number of copies of a newspaper or magazine that are sold

  • "By increasing its circulation the newspaper hoped to increase its advertising"
    synonym:
  • circulation

4. Αριθμός αντιγράφων μιας εφημερίδας ή ενός περιοδικού που πωλούνται

  • "Με την αύξηση της κυκλοφορίας της, η εφημερίδα ήλπιζε να αυξήσει τη διαφήμισή της"
συνώνυμο:
  • κυκλοφορία

5. Free movement or passage (as of cytoplasm within a cell or sap through a plant)

  • "Ocean circulation is an important part of global climate"
  • "A fan aids air circulation"
    synonym:
  • circulation

5. Ελεύθερη κυκλοφορία ή διέλευση (α του κυτταροπλάσματος μέσα σε ένα κύτταρο ή χυμό μέσω ενός φυτ)

  • "Η κυκλοφορία των ωκεανών είναι ένα σημαντικό μέρος του παγκόσμιου κλίματος"
  • "Ένας ανεμιστήρας βοηθά την κυκλοφορία του αέρα"
συνώνυμο:
  • κυκλοφορία

6. The spread or transmission of something (as news or money) to a wider group or area

    synonym:
  • circulation

6. Η εξάπλωση ή μετάδοση κάτι (ας ειδήσεων ή χρημάτων) σε μια ευρύτερη ομάδα ή περιοχή

συνώνυμο:
  • κυκλοφορία

Examples of using

He works for a big newspaper with a very large circulation.
Εργάζεται σε μια μεγάλη εφημερίδα με πολύ μεγάλη κυκλοφορία.
The newspaper has a large circulation.
Η εφημερίδα έχει μεγάλη κυκλοφορία.
He works for a big newspaper with a very large circulation.
Εργάζεται σε μια μεγάλη εφημερίδα με πολύ μεγάλη κυκλοφορία.