Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Choir

/kwaɪər/

noun

1. A chorus that sings as part of a religious ceremony

    synonym:
  • choir

1. Μια χορωδία που τραγουδά ως μέρος μιας θρησκευτικής τελετής

συνώνυμο:
  • χορωδία

2. A family of similar musical instrument playing together

    synonym:
  • choir
  • ,
  • consort

2. Μια οικογένεια παρόμοιου μουσικού οργάνου που παίζει μαζί

συνώνυμο:
  • χορωδία,
  • συναναστρέφω

3. The area occupied by singers

  • The part of the chancel between sanctuary and nave
    synonym:
  • choir

3. Η περιοχή καταλαμβάνεται από τραγουδιστές

  • Το τμήμα του καγκελίου μεταξύ ιερού και ναού
συνώνυμο:
  • χορωδία

verb

1. Sing in a choir

    synonym:
  • choir
  • ,
  • chorus

1. Τραγουδήστε σε μια χορωδία

συνώνυμο:
  • χορωδία,
  • χορωδία

Examples of using

Mary sings in the church choir.
Η Μαρία τραγουδάει στη χορωδία της εκκλησίας.
You're preaching to the choir.
Κηρύττεις στη χορωδία.
She has been invited to sing in a choir in a foreign country.
Έχει προσκληθεί να τραγουδήσει σε μια χορωδία σε μια ξένη χώρα.