Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Chilly

/ʧɪli/

noun

1. Very hot and finely tapering pepper of special pungency

    synonym:
  • chili
  • ,
  • chili pepper
  • ,
  • chilli
  • ,
  • chilly
  • ,
  • chile

1. Πολύ ζεστό και λεπτό κωνικό πιπέρι της ιδιαίτερης οξύτητας

συνώνυμο:
  • τσίλι,
  • πιπέρι τσίλι,
  • τσίλι,
  • ψυχρός,
  • χιλή

adjective

1. Not characterized by emotion

  • "A female form in marble--a chilly but ideal medium for depicting abstract virtues"-c.w.cunningham
    synonym:
  • chilly

1. Δεν χαρακτηρίζεται από συναίσθημα

  • "Μια γυναικεία μορφή σε μάρμαρο-ένα ψυχρό αλλά ιδανικό μέσο για την απεικόνιση αφηρημένων αρετών"-κ.ο.κανιγχάμ
συνώνυμο:
  • ψυχρός

2. Appreciably or disagreeably cold

    synonym:
  • chilly
  • ,
  • parky

2. Αισθητά ή δυσάρεστα κρύο

συνώνυμο:
  • ψυχρός,
  • παρκικόσ

3. Lacking warmth of feeling

  • "A chilly greeting"
    synonym:
  • chilly

3. Λείπει η ζεστασιά του συναισθήματος

  • "Ένας ψυχρός χαιρετισμός"
συνώνυμο:
  • ψυχρός

Examples of using

With regard to the time of year the weather is chilly.
Όσον αφορά την εποχή του χρόνου ο καιρός είναι ψυχρός.
The night was so chilly that when I returned I was almost frozen.
Η νύχτα ήταν τόσο ψυχρή που όταν επέστρεψα ήμουν σχεδόν παγωμένη.
Feeling chilly, I turned on the heater.
Αισθάνομαι ψυχρός, άνοιξα τη θερμάστρα.