Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Childless

/ʧaɪldləs/

adjective

1. Without offspring

  • "In some societies a childless woman is rejected by her tribesmen"
    synonym:
  • childless

1. Χωρίς απογόνους

  • "Σε ορισμένες κοινωνίες μια άτεκνη γυναίκα απορρίπτεται από τους φυλετικούς της"
συνώνυμο:
  • άτεκνοσ