Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Chiefly

/ʧifli/

adverb

1. For the most part

  • "He is mainly interested in butterflies"
    synonym:
  • chiefly
  • ,
  • principally
  • ,
  • primarily
  • ,
  • mainly
  • ,
  • in the main

1. Ως επί το πλείστον

  • "Ενδιαφέρεται κυρίως για τις πεταλούδες"
συνώνυμο:
  • κυρίως,
  • κυρίως,
  • κυρίως,
  • κυρίως,
  • στο κύριο